γαργαλιέμαι
•
- κάποιος με γαργαλάει και νιώθω Βικιλεξικό
- α)την ανάγκη να γελάσω
- γ)ερωτική επιθυμία
- εν δυνάμει νιώθω το γαργάλημα, δηλαδή αυτή τη στιγμή κανείς δεν με γαργαλάει αλλά αν με αγγίξουν σε κάποιες περιοχές θα αισθανθώ γαργάλημα (σε αντιδιαστολή προς ανθρώπους που δεν γαργαλιώνται εύκολα ή και που δεν αισθάνονται το γαργάλημα καθόλου) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαργαλιέμαι < γαργαλάω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →