Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαργαλιέμαι

ρήμα
•
  1. κάποιος με γαργαλάει και νιώθω Βικιλεξικό
    • α)την ανάγκη να γελάσω
    • γ)ερωτική επιθυμία
  2. εν δυνάμει νιώθω το γαργάλημα, δηλαδή αυτή τη στιγμή κανείς δεν με γαργαλάει αλλά αν με αγγίξουν σε κάποιες περιοχές θα αισθανθώ γαργάλημα (σε αντιδιαστολή προς ανθρώπους που δεν γαργαλιώνται εύκολα ή και που δεν αισθάνονται το γαργάλημα καθόλου) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαργαλιέμαι < γαργαλάω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →