Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαϊτανόφρυδο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποφρύδι σαν γαϊτάνι, όμορφο και λεπτό Βικιλεξικό
    • Αστέρι μου χλωμό, του φεγγαριού αχτίδα, / στο γαϊτανόφρυδό σου κρεμάστηκε η καρδιά μου / σαν το πουλάκι στο ξόβεργο. (Από τραγούδι σε στίχους και μουσική τού Μίκη Θεοδωράκη)

Ετυμολογία

γαϊτανόφρυδο < γαϊτάνι + -ο- + φρύδι + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγαϊτανόφρυδογαϊτανόφρυδα
Γενικήγαϊτανόφρυδουγαϊτανόφρυδων
Αιτιατικήγαϊτανόφρυδογαϊτανόφρυδα
Κλητικήγαϊτανόφρυδογαϊτανόφρυδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →