γαϊτανώνω
•
- παρωχημένοστολίζω με γαϊτάνι, διακοσμώ, ευπρεπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γαϊτανώνω < γαϊτάνι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γαϊτανώνω | γαϊτανώνεις | γαϊτανώνει | γαϊτανώνουμε | γαϊτανώνετε | γαϊτανώνουν / γαϊτανώνουνε |
| Παρατατικός | γαϊτάνωνα | γαϊτάνωνες | γαϊτάνωνε | γαϊτανώναμε | γαϊτανώνατε | γαϊτάνωναν / γαϊτανώναν / γαϊτανώνανε |
| Αόριστος | γαϊτάνωσα | γαϊτάνωσες | γαϊτάνωσε | γαϊτανώσαμε | γαϊτανώσατε | γαϊτάνωσαν / γαϊτανώσαν / γαϊτανώσανε |
| Μέλλοντας | θα γαϊτανώνω / θα γαϊτανώσω | θα γαϊτανώνεις / θα γαϊτανώσεις | θα γαϊτανώνει / θα γαϊτανώσει | θα γαϊτανώνουμε / θα γαϊτανώσουμε | θα γαϊτανώνετε / θα γαϊτανώσετε | θα γαϊτανώνουν / θα γαϊτανώνουνε / θα γαϊτανώσουν / θα γαϊτανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γαϊτανώσει | έχεις γαϊτανώσει | έχει γαϊτανώσει | έχουμε γαϊτανώσει | έχετε γαϊτανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γαϊτανώσει | είχες γαϊτανώσει | είχε γαϊτανώσει | είχαμε γαϊτανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γαϊτανώσει / να γαϊτανώνω / να γαϊτανώσω | να έχεις γαϊτανώσει / να γαϊτανώνεις / να γαϊτανώσεις | να έχει γαϊτανώσει / να γαϊτανώνει / να γαϊτανώσει | να έχουμε γαϊτανώσει / να γαϊτανώνουμε / να γαϊτανώσουμε | να έχετε γαϊτανώσει / να γαϊτανώνετε / να γαϊτανώσετε | να γαϊτανώνουν / να γαϊτανώνουνε / να γαϊτανώσουν / να γαϊτανώσουνε |
| Προστακτική | — | γαϊτάνωνε / γαϊτάνωσε | — | — | γαϊτανώνετε / γαϊτανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →