Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γαϊτανώνω

ρήμα
•
  1. παρωχημένοστολίζω με γαϊτάνι, διακοσμώ, ευπρεπίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γαϊτανώνω < γαϊτάνι + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγαϊτανώνωγαϊτανώνειςγαϊτανώνειγαϊτανώνουμεγαϊτανώνετεγαϊτανώνουν / γαϊτανώνουνε
Παρατατικόςγαϊτάνωναγαϊτάνωνεςγαϊτάνωνεγαϊτανώναμεγαϊτανώνατεγαϊτάνωναν / γαϊτανώναν / γαϊτανώνανε
Αόριστοςγαϊτάνωσαγαϊτάνωσεςγαϊτάνωσεγαϊτανώσαμεγαϊτανώσατεγαϊτάνωσαν / γαϊτανώσαν / γαϊτανώσανε
Μέλλονταςθα γαϊτανώνω / θα γαϊτανώσωθα γαϊτανώνεις / θα γαϊτανώσειςθα γαϊτανώνει / θα γαϊτανώσειθα γαϊτανώνουμε / θα γαϊτανώσουμεθα γαϊτανώνετε / θα γαϊτανώσετεθα γαϊτανώνουν / θα γαϊτανώνουνε / θα γαϊτανώσουν / θα γαϊτανώσουνε
Παρακείμενοςέχω γαϊτανώσειέχεις γαϊτανώσειέχει γαϊτανώσειέχουμε γαϊτανώσειέχετε γαϊτανώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γαϊτανώσειείχες γαϊτανώσειείχε γαϊτανώσειείχαμε γαϊτανώσει——
Υποτακτικήνα έχω γαϊτανώσει / να γαϊτανώνω / να γαϊτανώσωνα έχεις γαϊτανώσει / να γαϊτανώνεις / να γαϊτανώσειςνα έχει γαϊτανώσει / να γαϊτανώνει / να γαϊτανώσεινα έχουμε γαϊτανώσει / να γαϊτανώνουμε / να γαϊτανώσουμενα έχετε γαϊτανώσει / να γαϊτανώνετε / να γαϊτανώσετενα γαϊτανώνουν / να γαϊτανώνουνε / να γαϊτανώσουν / να γαϊτανώσουνε
Προστακτική—γαϊτάνωνε / γαϊτάνωσε——γαϊτανώνετε / γαϊτανώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →