γενεσιουργός
•
- λόγιοπου έχει ως αποτέλεσμα τη γένεση ενός πράγματος Βικιλεξικό
- αναζητούμε τα γενεσιουργά αίτια της σχολικής βίας
Ετυμολογία
γενεσιουργός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γενεσιουργός < γένεσι(ς) + -ουργός (< γίγνομαι) + ἔργον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενεσιουργός | γενεσιουργή / γενεσιουργός | γενεσιουργό / γενεσιουργός |
| Γενική | γενεσιουργού | γενεσιουργής / γενεσιουργού | γενεσιουργού |
| Αιτιατική | γενεσιουργό | γενεσιουργή / γενεσιουργό | γενεσιουργό |
| Κλητική | γενεσιουργέ | γενεσιουργέ / γενεσιουργή | γενεσιουργό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενεσιουργοί | γενεσιουργές / γενεσιουργοί | γενεσιουργά |
| Γενική | γενεσιουργών | γενεσιουργών | γενεσιουργών |
| Αιτιατική | γενεσιουργούς | γενεσιουργές / γενεσιουργούς | γενεσιουργά |
| Κλητική | γενεσιουργοί | γενεσιουργές / γενεσιουργοί | γενεσιουργά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →