Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γερούνδιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραμματικήρηματικό ουσιαστικό, αντίστοιχο στη λειτουργία του με το έναρθρο απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής Βικιλεξικό
  2. στην αγγλική γραμματικήτο ρηματικό ουσιαστικό που λήγει σε -ing και ταυτίζεται μορφολογικά με την ενεργητική μετοχή Βικιλεξικό
  3. στη γαλλική γραμματική και σε άλλες γλώσσεςρηματικός τύπος που λειτουργεί ως επίρρημα και ταυτίζεται μορφολογικά με την ενεργητική μετοχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γερούνδιο < (καθαρεύουσα) γερούνδιον < (λόγιο δάνειο) νεολατινική gerundium < υστερολατινική gerundium

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγερούνδιογερούνδια
Γενικήγερουνδίου / γερούνδιουγερουνδίων / γερούνδιων
Αιτιατικήγερούνδιογερούνδια
Κλητικήγερούνδιογερούνδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →