Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη γεωλογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωλογικός < γεωλογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωλογικόςγεωλογικήγεωλογικό
Γενικήγεωλογικούγεωλογικήςγεωλογικού
Αιτιατικήγεωλογικόγεωλογικήγεωλογικό
Κλητικήγεωλογικέγεωλογικήγεωλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωλογικοίγεωλογικέςγεωλογικά
Γενικήγεωλογικώνγεωλογικώνγεωλογικών
Αιτιατικήγεωλογικούςγεωλογικέςγεωλογικά
Κλητικήγεωλογικοίγεωλογικέςγεωλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →