Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωτροπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον γεωτροπισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωτροπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική géotropique < géotropisme < αρχαία ελληνική γεω- + τρόπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωτροπικόςγεωτροπικήγεωτροπικό
Γενικήγεωτροπικούγεωτροπικήςγεωτροπικού
Αιτιατικήγεωτροπικόγεωτροπικήγεωτροπικό
Κλητικήγεωτροπικέγεωτροπικήγεωτροπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωτροπικοίγεωτροπικέςγεωτροπικά
Γενικήγεωτροπικώνγεωτροπικώνγεωτροπικών
Αιτιατικήγεωτροπικούςγεωτροπικέςγεωτροπικά
Κλητικήγεωτροπικοίγεωτροπικέςγεωτροπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →