γεωτροπισμός
•
- βοτανικήο επηρεασμός της ανάπτυξης των μερών ενός φυτού (βλαστός, ρίζα κ.λπ.) από τη γήινη βαρύτητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεωτροπισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική geotropism < αρχαία ελληνική γεω- + τρόπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεωτροπισμός | γεωτροπισμοί |
| Γενική | γεωτροπισμού | γεωτροπισμών |
| Αιτιατική | γεωτροπισμό | γεωτροπισμούς |
| Κλητική | γεωτροπισμέ | γεωτροπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →