περιγιάλι
•
- ποιητικός τύποςη ακρογιαλιά, ο γιαλός Βικιλεξικό
- Στο περιγιάλι το κρυφό / κι άσπρο σαν περιστέρι / διψάσαμε το μεσημέρι· /μα το νερό γλυφό. (⌘ Γιώργος Σεφέρης. Ποίημα: Άρνηση. Ποιητική συλλογή: Στροφή. 1931)
Ετυμολογία
περιγιάλι < μεσαιωνική ελληνική περιγιάλι < παραγιάλιν < ελληνιστική κοινή παραιγιάλιος < παρά + αρχαία ελληνική αἰγιαλός < ἀΐσσω + ἅλς (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *séh₂l- / *séh₂ls: αλάτι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιγιάλι | περιγιάλια |
| Γενική | περιγιαλιού | περιγιαλιών |
| Αιτιατική | περιγιάλι | περιγιάλια |
| Κλητική | περιγιάλι | περιγιάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →