Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιατρός

/ʝaˈtɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός ή αυτή που έχει το δικαίωμα να ασκεί την ιατρική αφού αποκτήσει ένα δίπλωμα που αντιστοιχεί σε ανάλογες σπουδές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιατρός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιατρός < αρχαία ελληνική ἰατρός με τροπή του άτονου [i] > ημίφωνο [j] πριν από φωνήεν > αρχικό [ʝ] πριν από φωνήεν (συνίζηση για αποφυγή χασμωδίας). Παραβάλετε και Γιάννης, γιορτή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιατρόςγιατροί
Γενικήγιατρούγιατρών
Αιτιατικήγιατρόγιατρούς
Κλητικήγιατρέγιατροί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →