γκαβώνω
•
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον προσωρινή ή μόνιμη απώλεια της καθαρής όρασης ή τον κάνω να χάσει την ευκρίνεια της όρασής του (στιγμιαία, παροδικά ή προοδευτικά), συνήθως από έντονο φως ή απότομο ερέθισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαβώνω < γκαβός + -ώνω < αρωμουνική gav < λατινική cavus (κούφιος, κοίλος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱówHwos (κοιλότητα) < *ḱówH- + *-wós
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκαβώνω | γκαβώνεις | γκαβώνει | γκαβώνουμε | γκαβώνετε | γκαβώνουν / γκαβώνουνε |
| Παρατατικός | γκάβωνα | γκάβωνες | γκάβωνε | γκαβώναμε | γκαβώνατε | γκάβωναν / γκαβώναν / γκαβώνανε |
| Αόριστος | γκάβωσα | γκάβωσες | γκάβωσε | γκαβώσαμε | γκαβώσατε | γκάβωσαν / γκαβώσαν / γκαβώσανε |
| Μέλλοντας | θα γκαβώνω / θα γκαβώσω | θα γκαβώνεις / θα γκαβώσεις | θα γκαβώνει / θα γκαβώσει | θα γκαβώνουμε / θα γκαβώσουμε | θα γκαβώνετε / θα γκαβώσετε | θα γκαβώνουν / θα γκαβώνουνε / θα γκαβώσουν / θα γκαβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκαβώσει | έχεις γκαβώσει | έχει γκαβώσει | έχουμε γκαβώσει | έχετε γκαβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκαβώσει | είχες γκαβώσει | είχε γκαβώσει | είχαμε γκαβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκαβώσει / να γκαβώνω / να γκαβώσω | να έχεις γκαβώσει / να γκαβώνεις / να γκαβώσεις | να έχει γκαβώσει / να γκαβώνει / να γκαβώσει | να έχουμε γκαβώσει / να γκαβώνουμε / να γκαβώσουμε | να έχετε γκαβώσει / να γκαβώνετε / να γκαβώσετε | να γκαβώνουν / να γκαβώνουνε / να γκαβώσουν / να γκαβώσουνε |
| Προστακτική | — | γκάβωνε / γκάβωσε | — | — | γκαβώνετε / γκαβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →