γκρεμοτσακίζω
•
- κυριολεκτικάρίχνω κάποιον σε γκρεμό ή σε απότομο τόπο, ώστε να τσακιστεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάρίχνω, εξαφανίζω, ξεκουμπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρεμοτσακίζω < γκρεμός + -ο- + τσακίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκρεμοτσακίζω | γκρεμοτσακίζεις | γκρεμοτσακίζει | γκρεμοτσακίζουμε | γκρεμοτσακίζετε | γκρεμοτσακίζουν / γκρεμοτσακίζουνε |
| Παρατατικός | γκρεμοτσάκιζα | γκρεμοτσάκιζες | γκρεμοτσάκιζε | γκρεμοτσακίζαμε | γκρεμοτσακίζατε | γκρεμοτσάκιζαν / γκρεμοτσακίζαν / γκρεμοτσακίζανε |
| Αόριστος | γκρεμοτσάκισα | γκρεμοτσάκισες | γκρεμοτσάκισε | γκρεμοτσακίσαμε | γκρεμοτσακίσατε | γκρεμοτσάκισαν / γκρεμοτσακίσαν / γκρεμοτσακίσανε |
| Μέλλοντας | θα γκρεμοτσακίζω / θα γκρεμοτσακίσω | θα γκρεμοτσακίζεις / θα γκρεμοτσακίσεις | θα γκρεμοτσακίζει / θα γκρεμοτσακίσει | θα γκρεμοτσακίζουμε / θα γκρεμοτσακίσουμε | θα γκρεμοτσακίζετε / θα γκρεμοτσακίσετε | θα γκρεμοτσακίζουν / θα γκρεμοτσακίζουνε / θα γκρεμοτσακίσουν / θα γκρεμοτσακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκρεμοτσακίσει | έχεις γκρεμοτσακίσει | έχει γκρεμοτσακίσει | έχουμε γκρεμοτσακίσει | έχετε γκρεμοτσακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκρεμοτσακίσει | είχες γκρεμοτσακίσει | είχε γκρεμοτσακίσει | είχαμε γκρεμοτσακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γκρεμοτσακίσει / να γκρεμοτσακίζω / να γκρεμοτσακίσω | να έχεις γκρεμοτσακίσει / να γκρεμοτσακίζεις / να γκρεμοτσακίσεις | να έχει γκρεμοτσακίσει / να γκρεμοτσακίζει / να γκρεμοτσακίσει | να έχουμε γκρεμοτσακίσει / να γκρεμοτσακίζουμε / να γκρεμοτσακίσουμε | να έχετε γκρεμοτσακίσει / να γκρεμοτσακίζετε / να γκρεμοτσακίσετε | να γκρεμοτσακίζουν / να γκρεμοτσακίζουνε / να γκρεμοτσακίσουν / να γκρεμοτσακίσουνε |
| Προστακτική | — | γκρεμοτσάκιζε / γκρεμοτσάκισε | — | — | γκρεμοτσακίζετε / γκρεμοτσακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →