τσακίζω
•
- μεταβατικόδιπλώνω κάτι πολύ καλά, ώστε να δημιουργηθεί μια τσάκιση Βικιλεξικό
- έγραψε κάτι σ' ένα φύλλο χαρτί, το τσάκισε στα τέσσερα και της το έδωσε
- μεταβατικόσπάω ή τραυματίζω κάτι Βικιλεξικό
- Καημένε Μακρυγιάννη, να 'ξερες γιατί το τσάκισες το χέρι σου (Ντίνος Χριστιανόπουλος)
- μεταβατικόεξουθενώνω, κατανικώ, διαλύω Βικιλεξικό
- μια ζωή σκληρή δουλειά στα ορυχεία τον τσάκισε ολωσδιόλου
- Ἕνα βλαχόπουλο ἔτρεχε πρὸς τὰ κεῖ, φωνάζοντας τὸ σκύλο. Ἔφτασε, ἅρπαξε τὸ σκύλο ἀπὸ τὸ μαλλιαρό του λαιμό, καὶ σηκώνοντας τὴν ἀγκλίτσα του, ἔκανε πὼς θὰ τὸν τσακίση στὸ ξύλο. Ὁ σκύλος κάθισε κάτω καὶ μαζεύτηκε. Τὸ βλαχόπουλο ἦταν ἕνα παιδάκι. Ὁ σκύλος δυὸ φορὲς σὰν αὐτό (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφάλαιο: Ένα βλαχόπουλο που δε λέει πολλά λόγια, α' έκδοση, 1918)
- μεταβατικόκτυπώ ελαφρά πράσινες ελιές Βικιλεξικό
- αμετάβατογια κάτι που πήγε στραβά, ματαιώθηκε Βικιλεξικό
- όλα ήταν έτοιμα για το ταξίδι, αλλά κάτι τσάκισε τελευταία στιγμή
Ετυμολογία
τσακίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσακίζω < με διαφορετικές εκδοχές ετυμολόγησης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τσακίζω | τσακίζεις | τσακίζει | τσακίζουμε | τσακίζετε | τσακίζουν / τσακίζουνε |
| Παρατατικός | τσάκιζα | τσάκιζες | τσάκιζε | τσακίζαμε | τσακίζατε | τσάκιζαν / τσακίζαν / τσακίζανε |
| Αόριστος | τσάκισα | τσάκισες | τσάκισε | τσακίσαμε | τσακίσατε | τσάκισαν / τσακίσαν / τσακίσανε |
| Μέλλοντας | θα τσακίζω / θα τσακίσω | θα τσακίζεις / θα τσακίσεις | θα τσακίζει / θα τσακίσει | θα τσακίζουμε / θα τσακίσουμε | θα τσακίζετε / θα τσακίσετε | θα τσακίζουν / θα τσακίζουνε / θα τσακίσουν / θα τσακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τσακίσει | έχεις τσακίσει | έχει τσακίσει | έχουμε τσακίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τσακίσει | είχες τσακίσει | είχε τσακίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τσακίσει / να τσακίζω / να τσακίσω | να έχεις τσακίσει / να τσακίζεις / να τσακίσεις | να έχει τσακίσει / να τσακίζει / να τσακίσει | να έχουμε τσακίσει / να τσακίζουμε / να τσακίσουμε | να τσακίζετε / να τσακίσετε | να τσακίζουν / να τσακίζουνε / να τσακίσουν / να τσακίσουνε |
| Προστακτική | — | τσάκιζε / τσάκισε | — | — | τσακίζετε / τσακίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τσακίστηκατσακίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →