γνέσιμο
•
- η διαδικασία που εκφράζει το ρήμα γνέθω, η διαδικασία μετατροπής βαμβακιού ή μαλλιού σε νήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γνέσιμο < γνέθω (αόριστος: έ-γνεσ-α) + -ιμο < μεσαιωνική ελληνική γνέθω < νέω + νήθω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γνέσιμο | γνεσίματα |
| Γενική | γνεσίματος | γνεσιμάτων |
| Αιτιατική | γνέσιμο | γνεσίματα |
| Κλητική | γνέσιμο | γνεσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →