Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνωστικισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαφιλοσοφική και θρησκευτική θεώρηση του κόσμου, εβραϊκών και παλαιοχριστιανικών αιρέσεων, που προσεγγίζουν με μυστικιστικό τρόπο την γνώση και τη θεία γνώση Βικιλεξικό
    • Ανάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς ἀντιθετικοὺς ὑπαρκτικούς πόλους διαστρωματώνεται η σύνολη πραγματικότητα. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάπου στὸ μέσον τῆς κλίμακας: ὡς σῶμα μετέχει στην ὑλικὴ φύση τοῦ κακοῦ καὶ ὡς πνεῦμα στὴν πραγματικότητα τοῦ ἀγαθοῦ. Αὐτὴ ἡ ὀντολογική σχιζοείδεια πού καθορίζει ὑπαρκτικὰ τὸν ἄνθρωπο, συνεπάγεται καὶ συγκεκριμένη ηθική: Ὁ Γνωστικισμός κηρύττει τὴν ἔμπρακτη ἀπέχθεια γιὰ τὴν ὕλη, ἑπομένως τήν περιφρόνηση καὶ ἐχθρότητα γιὰ τὸ σῶμα, τὴ βδελυγμία γιὰ κάθε ἡδονή, ἰδιαίτερα γιὰ τὴ σεξουαλικότητα.

Ετυμολογία

γνωστικισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική gnosticisme < gnostique + -isme (-ισμός) < μεσαιωνική λατινική gnostici < αρχαία ελληνική γνωστικός < γνώση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵiǵneh₃- < *ǵneh₃- (γιγνώσκω, γνωρίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγνωστικισμόςγνωστικισμοί
Γενικήγνωστικισμούγνωστικισμών
Αιτιατικήγνωστικισμόγνωστικισμούς
Κλητικήγνωστικισμέγνωστικισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →