γονυκλισία
•
- λόγιοτο γονάτισμα, ιδίως αυτό που γίνεται για λόγους θρησκευτικούς και ικετευτικούς Βικιλεξικό
- Μόλις οἱ πιστοὶ εἶχον συναχθῆ καὶ ἤρχισαν τὰς συνήθεις ἐπὶ τῆς ψιάθου γονυκλισίας, προτοῦ ἀκόμη τις ἐκ τῶν δερβισῶν νὰ φθάσῃ εἰς βαθμὸν ἐνθουσιώδους παροξυσμοῦ, ὥστε νὰ ἐκβάλλῃ ἀφροὺς ἐκ τοῦ στόματος, νεαρὸς Τοῦρκος εἰσῆλθεν ὁρμητικός, καὶ τόσον ἔξαλλος ἐφαίνετο, ὥστε ἐλησμόνησε νὰ ἀφήσῃ τὰ σάνδαλα παρὰ τὸν οὐδὸν τῆς θύρας καὶ εἰσῆλθεν ὑποδεδεμένος εἰς τὸ τέμενος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Χρήστος Μηλιόνης, 1885)
Ετυμολογία
γονυκλισία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γονυκλισία < γονυκλινέω < αρχαία ελληνική γόνυ + κλίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γονυκλισία | γονυκλισίες |
| Γενική | γονυκλισίας | γονυκλισιών |
| Αιτιατική | γονυκλισία | γονυκλισίες |
| Κλητική | γονυκλισία | γονυκλισίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →