γουβώνω
•
- δημιουργώ γούβα, κοιλότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουβώνω < γούβα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γουβώνω | γουβώνεις | γουβώνει | γουβώνουμε | γουβώνετε | γουβώνουν / γουβώνουνε |
| Παρατατικός | γούβωνα | γούβωνες | γούβωνε | γουβώναμε | γουβώνατε | γουβώναν / γουβώνανε / γούβωναν |
| Αόριστος | γούβωσα | γούβωσες | γούβωσε | γουβώσαμε | γουβώσατε | γουβώσαν / γουβώσανε / γούβωσαν |
| Μέλλοντας | θα γουβώνω / θα γουβώσω | θα γουβώνεις / θα γουβώσεις | θα γουβώνει / θα γουβώσει | θα γουβώνουμε / θα γουβώσουμε | θα γουβώνετε / θα γουβώσετε | θα γουβώνουν / θα γουβώνουνε / θα γουβώσουν / θα γουβώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γουβώσει | έχεις γουβώσει | έχει γουβώσει | έχουμε γουβώσει | έχετε γουβώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γουβώσει | είχες γουβώσει | είχε γουβώσει | είχαμε γουβώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γουβώσει / να γουβώνω / να γουβώσω | να έχεις γουβώσει / να γουβώνεις / να γουβώσεις | να έχει γουβώσει / να γουβώνει / να γουβώσει | να έχουμε γουβώσει / να γουβώνουμε / να γουβώσουμε | να έχετε γουβώσει / να γουβώνετε / να γουβώσετε | να γουβώνουν / να γουβώνουνε / να γουβώσουν / να γουβώσουνε |
| Προστακτική | — | γούβωνε / γούβωσε | — | — | γουβώνετε / γουβώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →