Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραμμοσκίαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γραμμοσκιάζω, η τεχνική απόδοσης σκιάς ή τονικής διαβάθμισης σε εικόνα ή κείμενο με πυκνές, λεπτές και συνήθως παράλληλες γραμμές που δημιουργούν την αίσθηση επιφάνειας ή βάθους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραμμοσκίαση < γραμμο- + σκίαση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγραμμοσκίασηγραμμοσκιάσεις
Γενικήγραμμοσκίασηςγραμμοσκιάσεων
Αιτιατικήγραμμοσκίασηγραμμοσκιάσεις
Κλητικήγραμμοσκίασηγραμμοσκιάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →