γραμμοσκίαση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γραμμοσκιάζω, η τεχνική απόδοσης σκιάς ή τονικής διαβάθμισης σε εικόνα ή κείμενο με πυκνές, λεπτές και συνήθως παράλληλες γραμμές που δημιουργούν την αίσθηση επιφάνειας ή βάθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραμμοσκίαση < γραμμο- + σκίαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γραμμοσκίαση | γραμμοσκιάσεις |
| Γενική | γραμμοσκίασης | γραμμοσκιάσεων |
| Αιτιατική | γραμμοσκίαση | γραμμοσκιάσεις |
| Κλητική | γραμμοσκίαση | γραμμοσκιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →