γραπώνω
•
- πιάνω με απότομη κίνηση του χεριού Βικιλεξικό
- Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- τσακώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γραπώνω < από το ιταλικό grappare
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γραπώνω | γραπώνεις | γραπώνει | γραπώνουμε | γραπώνετε | γραπώνουν / γραπώνουνε |
| Παρατατικός | γράπωνα | γράπωνες | γράπωνε | γραπώναμε | γραπώνατε | γράπωναν / γραπώναν / γραπώνανε |
| Αόριστος | γράπωσα | γράπωσες | γράπωσε | γραπώσαμε | γραπώσατε | γράπωσαν / γραπώσαν / γραπώσανε |
| Μέλλοντας | θα γραπώνω / θα γραπώσω | θα γραπώνεις / θα γραπώσεις | θα γραπώνει / θα γραπώσει | θα γραπώνουμε / θα γραπώσουμε | θα γραπώνετε / θα γραπώσετε | θα γραπώνουν / θα γραπώνουνε / θα γραπώσουν / θα γραπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γραπώσει | έχεις γραπώσει | έχει γραπώσει | έχουμε γραπώσει | έχετε γραπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γραπώσει | είχες γραπώσει | είχε γραπώσει | είχαμε γραπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γραπώσει / να γραπώνω / να γραπώσω | να έχεις γραπώσει / να γραπώνεις / να γραπώσεις | να έχει γραπώσει / να γραπώνει / να γραπώσει | να έχουμε γραπώσει / να γραπώνουμε / να γραπώσουμε | να έχετε γραπώσει / να γραπώνετε / να γραπώσετε | να γραπώνουν / να γραπώνουνε / να γραπώσουν / να γραπώσουνε |
| Προστακτική | — | γράπωνε / γράπωσε | — | — | γραπώνετε / γραπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →