Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γραπώνω

ρήμα
•
  1. πιάνω με απότομη κίνηση του χεριού Βικιλεξικό
    • Σαΐτα ήταν ο Θανασάκης κι αν δεν έπεφτε εκεί μέσα στους Στύλους, ούτε που θα τον έπιανε. Ανελέητος ο κούτσαβος, τον γράπωσε και του 'σπασε το σβέρκο. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. τσακώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γραπώνω < από το ιταλικό grappare

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγραπώνωγραπώνειςγραπώνειγραπώνουμεγραπώνετεγραπώνουν / γραπώνουνε
Παρατατικόςγράπωναγράπωνεςγράπωνεγραπώναμεγραπώνατεγράπωναν / γραπώναν / γραπώνανε
Αόριστοςγράπωσαγράπωσεςγράπωσεγραπώσαμεγραπώσατεγράπωσαν / γραπώσαν / γραπώσανε
Μέλλονταςθα γραπώνω / θα γραπώσωθα γραπώνεις / θα γραπώσειςθα γραπώνει / θα γραπώσειθα γραπώνουμε / θα γραπώσουμεθα γραπώνετε / θα γραπώσετεθα γραπώνουν / θα γραπώνουνε / θα γραπώσουν / θα γραπώσουνε
Παρακείμενοςέχω γραπώσειέχεις γραπώσειέχει γραπώσειέχουμε γραπώσειέχετε γραπώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γραπώσειείχες γραπώσειείχε γραπώσειείχαμε γραπώσει——
Υποτακτικήνα έχω γραπώσει / να γραπώνω / να γραπώσωνα έχεις γραπώσει / να γραπώνεις / να γραπώσειςνα έχει γραπώσει / να γραπώνει / να γραπώσεινα έχουμε γραπώσει / να γραπώνουμε / να γραπώσουμενα έχετε γραπώσει / να γραπώνετε / να γραπώσετενα γραπώνουν / να γραπώνουνε / να γραπώσουν / να γραπώσουνε
Προστακτική—γράπωνε / γράπωσε——γραπώνετε / γραπώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →