γυαλίζω
•
- αμετάβατολάμπω, αστράφτω, στίλβω, είμαι γυαλιστερός Βικιλεξικό
- το μαγαζί γυάλιζε από καθαριότητα
- μεταβατικόκάνω κάτι να λάμπει, να είναι γυαλιστερό / αστραφτερό Βικιλεξικό
- γυάλισα τα ασημικά
Ετυμολογία
γυαλίζω < • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; ελληνιστική ὑαλίζω < αρχαία ελληνική ὕαλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γυαλίζω | γυαλίζεις | γυαλίζει | γυαλίζουμε | γυαλίζετε | γυαλίζουν / γυαλίζουνε |
| Παρατατικός | γυάλιζα | γυάλιζες | γυάλιζε | γυαλίζαμε | γυαλίζατε | γυάλιζαν / γυαλίζαν / γυαλίζανε |
| Αόριστος | γυάλισα | γυάλισες | γυάλισε | γυαλίσαμε | γυαλίσατε | γυάλισαν / γυαλίσαν / γυαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα γυαλίζω / θα γυαλίσω | θα γυαλίζεις / θα γυαλίσεις | θα γυαλίζει / θα γυαλίσει | θα γυαλίζουμε / θα γυαλίσουμε | θα γυαλίζετε / θα γυαλίσετε | θα γυαλίζουν / θα γυαλίζουνε / θα γυαλίσουν / θα γυαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γυαλίσει | έχεις γυαλίσει | έχει γυαλίσει | έχουμε γυαλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γυαλίσει | είχες γυαλίσει | είχε γυαλίσει | είχαμε γυαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γυαλίσει / να γυαλίζω / να γυαλίσω | να έχεις γυαλίσει / να γυαλίζεις / να γυαλίσεις | να έχει γυαλίσει / να γυαλίζει / να γυαλίσει | να έχουμε γυαλίσει / να γυαλίζουμε / να γυαλίσουμε | να γυαλίζετε / να γυαλίσετε | να γυαλίζουν / να γυαλίζουνε / να γυαλίσουν / να γυαλίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε γυαλισμένο / γυάλιζε / γυάλισε | — | — | γυαλίζετε / γυαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →