γόμφος
•
- είδος ξύλινου ή μεταλλικού καρφιού, που χρησιμοποιείται κυρίως για σύνδεση διαφόρων πραγμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γόμφος < αρχαία ελληνική γόμφος < πρωτοελληνική *gómpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵómbʰos (δόντι, πάσσαλος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γόμφος | γόμφοι |
| Γενική | γόμφου | γόμφων |
| Αιτιατική | γόμφο | γόμφους |
| Κλητική | γόμφε | γόμφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →