Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γύφτικος

/ˈʝi.fti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με γύφτο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβρόμικος και ελεεινός Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοτα γύφτικα: ο γύφτικος μαχαλάς, περιοχή όπου διαμένουν γύφτοι Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοτο γύφτικο: το σιδεράδικο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γύφτικος < μεσαιωνική ελληνική γύφτικος < γύφτ(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγύφτικοςγύφτικηγύφτικο
Γενικήγύφτικουγύφτικηςγύφτικου
Αιτιατικήγύφτικογύφτικηγύφτικο
Κλητικήγύφτικεγύφτικηγύφτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγύφτικοιγύφτικεςγύφτικα
Γενικήγύφτικωνγύφτικωνγύφτικων
Αιτιατικήγύφτικουςγύφτικεςγύφτικα
Κλητικήγύφτικοιγύφτικεςγύφτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →