γύφτικος
•
- που έχει σχέση με γύφτο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρόμικος και ελεεινός Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτα γύφτικα: ο γύφτικος μαχαλάς, περιοχή όπου διαμένουν γύφτοι Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτο γύφτικο: το σιδεράδικο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γύφτικος < μεσαιωνική ελληνική γύφτικος < γύφτ(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γύφτικος | γύφτικη | γύφτικο |
| Γενική | γύφτικου | γύφτικης | γύφτικου |
| Αιτιατική | γύφτικο | γύφτικη | γύφτικο |
| Κλητική | γύφτικε | γύφτικη | γύφτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γύφτικοι | γύφτικες | γύφτικα |
| Γενική | γύφτικων | γύφτικων | γύφτικων |
| Αιτιατική | γύφτικους | γύφτικες | γύφτικα |
| Κλητική | γύφτικοι | γύφτικες | γύφτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →