γύφτος
•
- μειωτικόο τσιγγάνος Βικιλεξικό
- μεταφορικάάτομο που ζει σε χώρο ακατάστατο και βρόμικο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ μελαψός άνθρωπος Βικιλεξικό
- επάγγελμαο σιδεράς Βικιλεξικό
- Όλους αυτούς τους έστρωσε λίγο-πολύ, όσο μπορεί να ισιώσει ο γύφτος ένα σίδερο στραβό χτυπώντας το στο αμόνι
- επάγγελμαοργανοπαίχτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γύφτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Γύφτος < Aἰγύπτιος με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος και ανομοίωση διάρκειας [pt] > [ft] (δείτε και Αἴγυφτος < αρχαία ελληνική Aἰγύπτιος < Αἴγυπτος. Επειδή θεωρήθηκε ότι τσιγγάνοι προέρχονταν από την Αίγυπτο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γύφτος | γύφτοι |
| Γενική | γύφτου | γύφτων |
| Αιτιατική | γύφτο | γύφτους |
| Κλητική | γύφτε / γύφτο | γύφτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →