δάσυνση
•
- η ανεμπόδιστη εκβολή αέρα κατά την προφορά ορισμένων φθόγγων στην αρχαιότητα Βικιλεξικό
- η τοποθέτηση τού πνεύματος της δασείας σε φωνήεντα, διφθόγγους και στο σύμφωνο ρ επειδή προφέρονταν (μέχρι ίσως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες) με την αχνή εκπνοή ενός αόρατου συμφώνου, συνήθως του "χ" Βικιλεξικό
- η τροπή ψιλών συμφώνων (π, κ, τ) σε δασέα (αντίστοιχα, φ, χ, θ) όταν ακολουθεί φωνήεν που δασύνεται. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δάσυνση < αρχαία ελληνική δασύνω (στα αρχ. ελλ. κάνω κάτι πυκνό ή τραχύ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δάσυνση | δασύνσεις |
| Γενική | δάσυνσης | δασύνσεων |
| Αιτιατική | δάσυνση | δασύνσεις |
| Κλητική | δάσυνση | δασύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →