Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

θαλασσοδέρνω

/θa.la.soˈðeɾ.no/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπλήττω με κύματα κάτι (καράβι, ακτή) Βικιλεξικό
  2. βρίσκομαι σε τρικυμισμένα νερά και αντιμετωπίζω κίνδυνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

θαλασσοδέρνω < θαλασσο- + δέρνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςθαλασσοδέρνωθαλασσοδέρνειςθαλασσοδέρνειθαλασσοδέρνουμεθαλασσοδέρνετεθαλασσοδέρνουν / θαλασσοδέρνουνε
Παρατατικόςθαλασσόδερναθαλασσόδερνεςθαλασσόδερνεθαλασσοδέρναμεθαλασσοδέρνατεθαλασσοδέρναν / θαλασσοδέρνανε / θαλασσόδερναν
Αόριστοςθαλασσόδειραθαλασσόδειρεςθαλασσόδειρεθαλασσοδείραμεθαλασσοδείρατεθαλασσοδείραν / θαλασσοδείρανε / θαλασσόδειραν
Μέλλονταςθα θαλασσοδέρνω / θα θαλασσοδείρωθα θαλασσοδέρνεις / θα θαλασσοδείρειςθα θαλασσοδέρνει / θα θαλασσοδείρειθα θαλασσοδέρνουμε / θα θαλασσοδείρουμεθα θαλασσοδέρνετε / θα θαλασσοδείρετεθα θαλασσοδέρνουν / θα θαλασσοδέρνουνε / θα θαλασσοδείρουν / θα θαλασσοδείρουνε
Παρακείμενοςέχω θαλασσοδείρειέχεις θαλασσοδείρειέχει θαλασσοδείρει———
Υπερσυντέλικοςείχα θαλασσοδείρειείχες θαλασσοδείρειείχε θαλασσοδείρει———
Υποτακτικήνα έχω θαλασσοδείρει / να θαλασσοδέρνω / να θαλασσοδείρωνα έχεις θαλασσοδείρει / να θαλασσοδέρνεις / να θαλασσοδείρειςνα έχει θαλασσοδείρει / να θαλασσοδέρνει / να θαλασσοδείρεινα θαλασσοδέρνουμε / να θαλασσοδείρουμενα θαλασσοδέρνετε / να θαλασσοδείρετενα θαλασσοδέρνουν / να θαλασσοδέρνουνε / να θαλασσοδείρουν / να θαλασσοδείρουνε
Προστακτική—έχε θαλασσοδαρμένο / θαλασσόδειρε / θαλασσόδερνε——θαλασσοδέρνετε / θαλασσοδείρτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

θαλασσοδάρθηκαθαλασσοδέρνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →