δίευρο
•
- νόμισμαδύο ευρώ Βικιλεξικό
- νόμισμαένα κέρμα των δύο ευρώ Βικιλεξικό
- Η Μάχη του Μαραθώνα σε δίευρο, με αφορμή την επέτειο των 2.500 χρόνων. (* εφημερίδα Το Βήμα.)
Ετυμολογία
δίευρο (νεολογισμός) < (δις) δί- + ευρ(ώ) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίευρο | δίευρα |
| Γενική | δίευρου | δίευρων |
| Αιτιατική | δίευρο | δίευρα |
| Κλητική | δίευρο | δίευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →