Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίευρο

/ˈði.e.vɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νόμισμαδύο ευρώ Βικιλεξικό
  2. νόμισμαένα κέρμα των δύο ευρώ Βικιλεξικό
    • Η Μάχη του Μαραθώνα σε δίευρο, με αφορμή την επέτειο των 2.500 χρόνων. (* εφημερίδα Το Βήμα.)

Ετυμολογία

δίευρο (νεολογισμός) < (δις) δί- + ευρ(ώ) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίευροδίευρα
Γενικήδίευρουδίευρων
Αιτιατικήδίευροδίευρα
Κλητικήδίευροδίευρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →