Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίμορφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο μορφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίμορφος < ελληνιστική κοινή δίμορφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίμορφοςδίμορφηδίμορφο
Γενικήδίμορφουδίμορφηςδίμορφου
Αιτιατικήδίμορφοδίμορφηδίμορφο
Κλητικήδίμορφεδίμορφηδίμορφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίμορφοιδίμορφεςδίμορφα
Γενικήδίμορφωνδίμορφωνδίμορφων
Αιτιατικήδίμορφουςδίμορφεςδίμορφα
Κλητικήδίμορφοιδίμορφεςδίμορφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →