Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διμορφισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. βιολογίαη ιδιότητα του διμόρφου Βικιλεξικό
  2. γραμματικήη ιδιότητα του διμόρφου Βικιλεξικό
  3. χημείαη ιδιότητα του διμόρφου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διμορφισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dimorphisme < αρχαία ελληνική δι- + μορφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιμορφισμόςδιμορφισμοί
Γενικήδιμορφισμούδιμορφισμών
Αιτιατικήδιμορφισμόδιμορφισμούς
Κλητικήδιμορφισμέδιμορφισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →