δίπτυχο
•
- θρησκείαεικόνα ζωγραφισμένη σε δύο κινητά διαφορετικά φύλλα, που διπλώνουν Βικιλεξικό
- θρησκείαπίνακες σε δύο στήλες που αναγράφουν τα προς μνημόνευση ονόματα Βικιλεξικό
- δύο έννοιες που αντιτίθενται ή / και αλληλοσυμπληρώνονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίπτυχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίπτυχος < αρχαία ελληνική δίπτυχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίπτυχο | δίπτυχα |
| Γενική | δίπτυχου / διπτύχου | δίπτυχων / διπτύχων |
| Αιτιατική | δίπτυχο | δίπτυχα |
| Κλητική | δίπτυχο | δίπτυχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →