Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίπτυχο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θρησκείαεικόνα ζωγραφισμένη σε δύο κινητά διαφορετικά φύλλα, που διπλώνουν Βικιλεξικό
  2. θρησκείαπίνακες σε δύο στήλες που αναγράφουν τα προς μνημόνευση ονόματα Βικιλεξικό
  3. δύο έννοιες που αντιτίθενται ή / και αλληλοσυμπληρώνονται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίπτυχο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δίπτυχος < αρχαία ελληνική δίπτυχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδίπτυχοδίπτυχα
Γενικήδίπτυχου / διπτύχουδίπτυχων / διπτύχων
Αιτιατικήδίπτυχοδίπτυχα
Κλητικήδίπτυχοδίπτυχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →