Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίπτωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήγια ρήμα που συμπληρώνεται με δύο αντικείμενα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίπτωτος < ελληνιστική κοινή δίπτωτος < δι- + πτῶσις < πίπτω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίπτωτοςδίπτωτηδίπτωτο
Γενικήδίπτωτουδίπτωτηςδίπτωτου
Αιτιατικήδίπτωτοδίπτωτηδίπτωτο
Κλητικήδίπτωτεδίπτωτηδίπτωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίπτωτοιδίπτωτεςδίπτωτα
Γενικήδίπτωτωνδίπτωτωνδίπτωτων
Αιτιατικήδίπτωτουςδίπτωτεςδίπτωτα
Κλητικήδίπτωτοιδίπτωτεςδίπτωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →