πτώση
•
- η κίνηση προς τα κάτω λόγω βαρύτητας, η ενέργεια του πέφτω Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα της πτώσης Βικιλεξικό
- η μείωση της αριθμητικής τιμής Βικιλεξικό
- η πτώση της θερμοκρασίας οφείλεται στο ότι έχουν πέσει πολλά χιόνια
- η απώλεια εξουσίας Βικιλεξικό
- η πτώση της κυβέρνησης συνεπάγεται εκλογές
- η άλωση μιας πολιορκούμενης πόλης Βικιλεξικό
- η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως
- γραμματικήκάθε ένας από τους τύπους που σχηματίζουν τα κλιτά μέρη του λόγου εκτός από το ρήμα Βικιλεξικό
- Το αγγλικό Βικιλεξικό αναγνωρίζει πενήντα (50) περίπου είδη πτώσεων στη γραμματική αναγνώριση λέξεων διαφόρων γλωσσών.
- εκκλησιαστικός όροςτο αμάρτημα και η εκδίωξη του Αδάμ και της Εύας από τον Παράδεισο Βικιλεξικό
- η Πτώση των Πρωτοπλάστων
- ιατρικήη μετακίνηση οργάνων προς τα κάτω Βικιλεξικό
- πτώση της μήτρας ή της ουροδόχου
- μουσικήη διαδοχή συγχορδιών ή φθόγγων που ολοκληρώνει μια μουσική φράση ή περίοδο Βικιλεξικό
- Η ατελής πτώση δίνει την εντύπωση τέλους αλλά συγχρόνως μας προετοιμάζει και για μια συνέχεια. Αντίθετα, η τέλεια πτώση ακούγεται σαν οριστικό τέλος. Χειροκρότημα!
Ετυμολογία
πτώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πτῶσις < πίπτω :* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική drop, fall ή από τη γαλλική chute :* για τη μουσική πτώση < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική cadenza
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πτώση | πτώσεις |
| Γενική | πτώσης | πτώσεων |
| Αιτιατική | πτώση | πτώσεις |
| Κλητική | πτώση | πτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →