Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίτοξος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήπου έχει δύο τόξα, δύο καμάρες, δηλαδή κατασκευές με σχήμα καμπύλο, που μοιάζουν με του τόξου Βικιλεξικό
    • Κυρίαρχο στοιχείο της αρχιτεκτονικής τους ήταν το τόξο, η καμάρα. Υπάρχουν γεφύρια μονότοξα, δίτοξα ή πολύτοξα. Το πολύτοξο γεφύρι της Άρτας βρίσκεται σε απόσταση ενός –περίπου– χιλιομέτρου νοτίως του ιστορικού κέντρου της σύγχρονης πόλης. (* www.archaiologia.gr)

Ετυμολογία

δίτοξος < (δις) δί- + τόξ(ο) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίτοξοςδίτοξηδίτοξο
Γενικήδίτοξουδίτοξηςδίτοξου
Αιτιατικήδίτοξοδίτοξηδίτοξο
Κλητικήδίτοξεδίτοξηδίτοξο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίτοξοιδίτοξεςδίτοξα
Γενικήδίτοξωνδίτοξωνδίτοξων
Αιτιατικήδίτοξουςδίτοξεςδίτοξα
Κλητικήδίτοξοιδίτοξεςδίτοξα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →