μονότοξος
•
- αρχιτεκτονικήπου έχει ένα τόξο, μία καμάρα, δηλαδή μια κατασκευή με σχήμα καμπύλο, που μοιάζει με του τόξου Βικιλεξικό
- Κυρίαρχο στοιχείο της αρχιτεκτονικής τους ήταν το τόξο, η καμάρα. Υπάρχουν γεφύρια μονότοξα, δίτοξα ή πολύτοξα. Το πολύτοξο γεφύρι της Άρτας βρίσκεται σε απόσταση ενός –περίπου– χιλιομέτρου νοτίως του ιστορικού κέντρου της σύγχρονης πόλης. (*)
Ετυμολογία
μονότοξος < μονο- + τόξο + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονότοξος | μονότοξη | μονότοξο |
| Γενική | μονότοξου | μονότοξης | μονότοξου |
| Αιτιατική | μονότοξο | μονότοξη | μονότοξο |
| Κλητική | μονότοξε | μονότοξη | μονότοξο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονότοξοι | μονότοξες | μονότοξα |
| Γενική | μονότοξων | μονότοξων | μονότοξων |
| Αιτιατική | μονότοξους | μονότοξες | μονότοξα |
| Κλητική | μονότοξοι | μονότοξες | μονότοξα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →