πολύτοξος
•
- αρχιτεκτονικήπου έχει πολλά τόξα, πολλές καμάρες, δηλαδή κατασκευές με σχήμα καμπύλο, που μοιάζουν με του τόξου Βικιλεξικό
- Κυρίαρχο στοιχείο της αρχιτεκτονικής τους ήταν το τόξο, η καμάρα. Υπάρχουν γεφύρια μονότοξα, δίτοξα ή πολύτοξα. Το πολύτοξο γεφύρι της Άρτας βρίσκεται σε απόσταση ενός –περίπου– χιλιομέτρου νοτίως του ιστορικού κέντρου της σύγχρονης πόλης. (*)
Ετυμολογία
πολύτοξος < πολυ- + τόξο + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύτοξος | πολύτοξη | πολύτοξο |
| Γενική | πολύτοξου | πολύτοξης | πολύτοξου |
| Αιτιατική | πολύτοξο | πολύτοξη | πολύτοξο |
| Κλητική | πολύτοξε | πολύτοξη | πολύτοξο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πολύτοξοι | πολύτοξες | πολύτοξα |
| Γενική | πολύτοξων | πολύτοξων | πολύτοξων |
| Αιτιατική | πολύτοξους | πολύτοξες | πολύτοξα |
| Κλητική | πολύτοξοι | πολύτοξες | πολύτοξα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →