δαιμονοπληξία
•
- το να έχει πληγεί κάποιος από δαίμονες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαιμονοπληξία < ελληνιστική κοινή δαιμονοπληξία < αρχαία ελληνική δαίμων + -πληκ(τος) + -σία (< πλήττω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δαιμονοπληξία | δαιμονοπληξίες |
| Γενική | δαιμονοπληξίας | δαιμονοπληξιών |
| Αιτιατική | δαιμονοπληξία | δαιμονοπληξίες |
| Κλητική | δαιμονοπληξία | δαιμονοπληξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →