Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαιμόνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πανέξυπνος και αποτελεσματικός Βικιλεξικό
    • Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

δαιμόνιος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαιμόνιοςδαιμόνιαδαιμόνιο
Γενικήδαιμόνιουδαιμόνιαςδαιμόνιου
Αιτιατικήδαιμόνιοδαιμόνιαδαιμόνιο
Κλητικήδαιμόνιεδαιμόνιαδαιμόνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαιμόνιοιδαιμόνιεςδαιμόνια
Γενικήδαιμόνιωνδαιμόνιωνδαιμόνιων
Αιτιατικήδαιμόνιουςδαιμόνιεςδαιμόνια
Κλητικήδαιμόνιοιδαιμόνιεςδαιμόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →