δασοπονία
•
- επιστήμη, κλάδος της δασολογίας, που μεριμνά για τη διαχείριση των δασών και την εκμετάλλευση των δασικών εκτάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασοπονία (μαρτυρείται από το 1891)< μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Forstwirtschaft. Μορφολογικά αναλύεται σε δασοπόν(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασοπονία | δασοπονίες |
| Γενική | δασοπονίας | δασοπονιών |
| Αιτιατική | δασοπονία | δασοπονίες |
| Κλητική | δασοπονία | δασοπονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →