Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασοπονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη δασοπονία ή τον δασοπόνο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασοπονικός < δασοπονία / δασοπόνος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασοπονικόςδασοπονικήδασοπονικό
Γενικήδασοπονικούδασοπονικήςδασοπονικού
Αιτιατικήδασοπονικόδασοπονικήδασοπονικό
Κλητικήδασοπονικέδασοπονικήδασοπονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασοπονικοίδασοπονικέςδασοπονικά
Γενικήδασοπονικώνδασοπονικώνδασοπονικών
Αιτιατικήδασοπονικούςδασοπονικέςδασοπονικά
Κλητικήδασοπονικοίδασοπονικέςδασοπονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →