δασοπυροσβέστης
•
- επάγγελμαμέλος ομάδας/υπηρεσίας/οργανισμού που έχει επιφορτιστεί με το σβήσιμο πυρκαγιών σε δάση, αγρούς ή γενικά στην ύπαιθρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασοπυροσβέστης < δάσ(ος) + -ο- + πυροσβέστης (< πυρο- + σβεσ- (< αρχαία ελληνική σβέννυμι) + -της)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασοπυροσβέστης | δασοπυροσβέστες |
| Γενική | δασοπυροσβέστη | δασοπυροσβεστών |
| Αιτιατική | δασοπυροσβέστη | δασοπυροσβέστες |
| Κλητική | δασοπυροσβέστη | δασοπυροσβέστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →