πυροσβέστης
•
- επάγγελμαμέλος ομάδας/υπηρεσίας/οργανισμού που έχει επιφορτιστεί με το σβήσιμο πυρκαγιών ή/και εξειδικευμένη παροχή βοήθειας σε περιπτώσεις κινδύνου Βικιλεξικό
- βαθμός πυροσβεστικήςκατώτερος βαθμός στην ιεραρχία της πυροσβεστικής υπηρεσίας, αντίστοιχος του λοχία στο στρατό Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πρόσωπο που κατευνάζει τα πνεύματα σε φιλονικίες, συγκρούσεις, τσακωμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πυροσβέστης < πυρο- + σβεσ- (< αρχαία ελληνική σβέννυμι) + -της Δείτε και σβήνω :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1855
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πυροσβέστης | πυροσβέστες |
| Γενική | πυροσβέστη | πυροσβεστών |
| Αιτιατική | πυροσβέστη | πυροσβέστες |
| Κλητική | πυροσβέστη | πυροσβέστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →