δειλία
•
- το να είναι κάποιος δειλός, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του δειλού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δειλία < αρχαία ελληνική δειλία < δειλός < δέος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δειλία | δειλίες |
| Γενική | δειλίας | — |
| Αιτιατική | δειλία | δειλίες |
| Κλητική | δειλία | δειλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →