δεκάποδος
•
- που έχει ή κινείται με δέκα πόδια Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδεκάποδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκάποδος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική décapode < αρχαία ελληνική δεκάπους < δέκα + πούς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάποδος | δεκάποδη | δεκάποδο |
| Γενική | δεκάποδου | δεκάποδης | δεκάποδου |
| Αιτιατική | δεκάποδο | δεκάποδη | δεκάποδο |
| Κλητική | δεκάποδε | δεκάποδη | δεκάποδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάποδοι | δεκάποδες | δεκάποδα |
| Γενική | δεκάποδων | δεκάποδων | δεκάποδων |
| Αιτιατική | δεκάποδους | δεκάποδες | δεκάποδα |
| Κλητική | δεκάποδοι | δεκάποδες | δεκάποδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →