Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκάποδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ή κινείται με δέκα πόδια Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδεκάποδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκάποδος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική décapode < αρχαία ελληνική δεκάπους < δέκα + πούς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκάποδοςδεκάποδηδεκάποδο
Γενικήδεκάποδουδεκάποδηςδεκάποδου
Αιτιατικήδεκάποδοδεκάποδηδεκάποδο
Κλητικήδεκάποδεδεκάποδηδεκάποδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκάποδοιδεκάποδεςδεκάποδα
Γενικήδεκάποδωνδεκάποδωνδεκάποδων
Αιτιατικήδεκάποδουςδεκάποδεςδεκάποδα
Κλητικήδεκάποδοιδεκάποδεςδεκάποδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →