Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκαρολογώ

ρήμα
•
  1. μιλάω σοβαροφανώς και με στόμφο για πράγματα ασήμαντα και άνευ σημασίας Βικιλεξικό
  2. με εξευτελισμούς και ποταπό μέσα κερδίζω μικροποσά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκαρολογώ < δεκάρα + -ο- + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδεκαρολογώδεκαρολογείςδεκαρολογείδεκαρολογούμεδεκαρολογείτεδεκαρολογούν / δεκαρολογούνε
Παρατατικόςδεκαρολογούσαδεκαρολογούσεςδεκαρολογούσεδεκαρολογούσαμεδεκαρολογούσατεδεκαρολογούσαν / δεκαρολογούσανε
Αόριστοςδεκαρολόγησαδεκαρολόγησεςδεκαρολόγησεδεκαρολογήσαμεδεκαρολογήσατεδεκαρολογήσαν / δεκαρολογήσανε / δεκαρολόγησαν
Μέλλονταςθα δεκαρολογήσω / θα δεκαρολογώθα δεκαρολογήσεις / θα δεκαρολογείςθα δεκαρολογήσει / θα δεκαρολογείθα δεκαρολογήσουμε / θα δεκαρολογούμεθα δεκαρολογήσετε / θα δεκαρολογείτεθα δεκαρολογήσουν / θα δεκαρολογήσουνε / θα δεκαρολογούν / θα δεκαρολογούνε
Παρακείμενοςέχω δεκαρολογήσειέχεις δεκαρολογήσειέχει δεκαρολογήσειέχουμε δεκαρολογήσειέχετε δεκαρολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δεκαρολογήσειείχες δεκαρολογήσειείχε δεκαρολογήσειείχαμε δεκαρολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσω / να δεκαρολογώνα έχεις δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσεις / να δεκαρολογείςνα έχει δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσει / να δεκαρολογείνα έχουμε δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσουμε / να δεκαρολογούμενα έχετε δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσετε / να δεκαρολογείτενα δεκαρολογήσουν / να δεκαρολογήσουνε / να δεκαρολογούν / να δεκαρολογούνε
Προστακτική—δεκαρολόγει / δεκαρολόγησε——δεκαρολογήστε / δεκαρολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →