δεκαρολογώ
•
- μιλάω σοβαροφανώς και με στόμφο για πράγματα ασήμαντα και άνευ σημασίας Βικιλεξικό
- με εξευτελισμούς και ποταπό μέσα κερδίζω μικροποσά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκαρολογώ < δεκάρα + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δεκαρολογώ | δεκαρολογείς | δεκαρολογεί | δεκαρολογούμε | δεκαρολογείτε | δεκαρολογούν / δεκαρολογούνε |
| Παρατατικός | δεκαρολογούσα | δεκαρολογούσες | δεκαρολογούσε | δεκαρολογούσαμε | δεκαρολογούσατε | δεκαρολογούσαν / δεκαρολογούσανε |
| Αόριστος | δεκαρολόγησα | δεκαρολόγησες | δεκαρολόγησε | δεκαρολογήσαμε | δεκαρολογήσατε | δεκαρολογήσαν / δεκαρολογήσανε / δεκαρολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα δεκαρολογήσω / θα δεκαρολογώ | θα δεκαρολογήσεις / θα δεκαρολογείς | θα δεκαρολογήσει / θα δεκαρολογεί | θα δεκαρολογήσουμε / θα δεκαρολογούμε | θα δεκαρολογήσετε / θα δεκαρολογείτε | θα δεκαρολογήσουν / θα δεκαρολογήσουνε / θα δεκαρολογούν / θα δεκαρολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω δεκαρολογήσει | έχεις δεκαρολογήσει | έχει δεκαρολογήσει | έχουμε δεκαρολογήσει | έχετε δεκαρολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δεκαρολογήσει | είχες δεκαρολογήσει | είχε δεκαρολογήσει | είχαμε δεκαρολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσω / να δεκαρολογώ | να έχεις δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσεις / να δεκαρολογείς | να έχει δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσει / να δεκαρολογεί | να έχουμε δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσουμε / να δεκαρολογούμε | να έχετε δεκαρολογήσει / να δεκαρολογήσετε / να δεκαρολογείτε | να δεκαρολογήσουν / να δεκαρολογήσουνε / να δεκαρολογούν / να δεκαρολογούνε |
| Προστακτική | — | δεκαρολόγει / δεκαρολόγησε | — | — | δεκαρολογήστε / δεκαρολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →