δεύτερος
•
- τακτικό αριθμητικόπου ακολουθεί τον πρώτο και προηγειται του τριτου , που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν δύο (2) Βικιλεξικό
- ήρθε δεύτερος και καταϊδρωμένος
- η κόρη μου πάει στη δευτέρα τάξη
- κατώτερος σε ποιότητα ή τάξη Βικιλεξικό
- δεύτερης ποιότητας, δευτέρας διαλογής
- λαϊκότροποεφεδρικός, η λέξη εφεδρικός προτιμάται προς αποφυγήν παρανοήσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεύτερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δεύτερος < δύο
Άλλοι τύποι
δευτέραδευτέραςδευτέρουδευτέρουςδευτέρωνδεύτεραδεύτεραςδεύτερεδεύτερεςδεύτεροδεύτεροιδεύτεροςδεύτερουδεύτερουςδεύτερων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →