δημαρχείο
•
- η επίσημη έδρα ενός δήμου, κτιριακό συγκρότημα όπου στεγάζονται οι δημοτικές αρχές, τα γραφεία και οι υπηρεσίες ενός δήμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημαρχείο < δήμαρχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημαρχείο | δημαρχεία |
| Γενική | δημαρχείου | δημαρχείων |
| Αιτιατική | δημαρχείο | δημαρχεία |
| Κλητική | δημαρχείο | δημαρχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →