δημοπρατήριο
•
- το μέρος όπου γίνονται οι δημοπρασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοπρατήριο < δημοπρατώ + -τήριο < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική δῆμος + πράτης / πρατήρ (=πωλητής) < πιπράσκω / πέρνημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοπρατήριο | δημοπρατήρια |
| Γενική | δημοπρατήριου / δημοπρατηρίου | δημοπρατηρίων |
| Αιτιατική | δημοπρατήριο | δημοπρατήρια |
| Κλητική | δημοπρατήριο | δημοπρατήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →