δημοπρασία
•
- οικονομίαδημόσια διαδικασία πώλησης/εκποίησης περιουσιακών στοιχείων και αγαθών μεγάλης αξίας με τη μέθοδο του πλειστηριασμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοπρασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δημοπρά(της)+ -σία < αρχαία ελληνική δῆμος + πράτης / πρατήρ (=πωλητής) < πιπράσκω / πέρνημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοπρασία | δημοπρασίες |
| Γενική | δημοπρασίας | δημοπρασιών |
| Αιτιατική | δημοπρασία | δημοπρασίες |
| Κλητική | δημοπρασία | δημοπρασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →