Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοπρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δημοπρασίες ή δημοπράτες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοπρατικός < δημοπράτης + -ικός < (ελληνιστική κοινή) < δῆμος + πράτης / πρατήρ (=πωλητής) < πιπράσκω / πέρνημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοπρατικόςδημοπρατικήδημοπρατικό
Γενικήδημοπρατικούδημοπρατικήςδημοπρατικού
Αιτιατικήδημοπρατικόδημοπρατικήδημοπρατικό
Κλητικήδημοπρατικέδημοπρατικήδημοπρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοπρατικοίδημοπρατικέςδημοπρατικά
Γενικήδημοπρατικώνδημοπρατικώνδημοπρατικών
Αιτιατικήδημοπρατικούςδημοπρατικέςδημοπρατικά
Κλητικήδημοπρατικοίδημοπρατικέςδημοπρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →