δημοπρατώ
•
- βγάζω σε δημοπρασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοπρατώ < δημοπράτης + -ώ < αρχαία ελληνική δημοπράτης < δῆμος + πράτης / πρατήρ (=πωλητής) < πιπράσκω / πέρνημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημοπρατώ | δημοπρατείς | δημοπρατεί | δημοπρατούμε | δημοπρατείτε | δημοπρατούν / δημοπρατούνε |
| Παρατατικός | δημοπρατούσα | δημοπρατούσες | δημοπρατούσε | δημοπρατούσαμε | δημοπρατούσατε | δημοπρατούσαν / δημοπρατούσανε |
| Αόριστος | δημοπράτησα | δημοπράτησες | δημοπράτησε | δημοπρατήσαμε | δημοπρατήσατε | δημοπράτησαν / δημοπρατήσαν / δημοπρατήσανε |
| Μέλλοντας | θα δημοπρατήσω / θα δημοπρατώ | θα δημοπρατήσεις / θα δημοπρατείς | θα δημοπρατήσει / θα δημοπρατεί | θα δημοπρατήσουμε / θα δημοπρατούμε | θα δημοπρατήσετε / θα δημοπρατείτε | θα δημοπρατήσουν / θα δημοπρατήσουνε / θα δημοπρατούν / θα δημοπρατούνε |
| Παρακείμενος | έχω δημοπρατήσει | έχεις δημοπρατήσει | έχει δημοπρατήσει | έχουμε δημοπρατήσει | έχετε δημοπρατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημοπρατήσει | είχες δημοπρατήσει | είχε δημοπρατήσει | είχαμε δημοπρατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημοπρατήσει / να δημοπρατήσω / να δημοπρατώ | να έχεις δημοπρατήσει / να δημοπρατήσεις / να δημοπρατείς | να έχει δημοπρατήσει / να δημοπρατήσει / να δημοπρατεί | να έχουμε δημοπρατήσει / να δημοπρατήσουμε / να δημοπρατούμε | να έχετε δημοπρατήσει / να δημοπρατήσετε / να δημοπρατείτε | να δημοπρατήσουν / να δημοπρατήσουνε / να δημοπρατούν / να δημοπρατούνε |
| Προστακτική | — | δημοπράτει / δημοπράτησε | — | — | δημοπρατήστε / δημοπρατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →