Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοπρατώ

ρήμα
•
  1. βγάζω σε δημοπρασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοπρατώ < δημοπράτης + -ώ < αρχαία ελληνική δημοπράτης < δῆμος + πράτης / πρατήρ (=πωλητής) < πιπράσκω / πέρνημι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδημοπρατώδημοπρατείςδημοπρατείδημοπρατούμεδημοπρατείτεδημοπρατούν / δημοπρατούνε
Παρατατικόςδημοπρατούσαδημοπρατούσεςδημοπρατούσεδημοπρατούσαμεδημοπρατούσατεδημοπρατούσαν / δημοπρατούσανε
Αόριστοςδημοπράτησαδημοπράτησεςδημοπράτησεδημοπρατήσαμεδημοπρατήσατεδημοπράτησαν / δημοπρατήσαν / δημοπρατήσανε
Μέλλονταςθα δημοπρατήσω / θα δημοπρατώθα δημοπρατήσεις / θα δημοπρατείςθα δημοπρατήσει / θα δημοπρατείθα δημοπρατήσουμε / θα δημοπρατούμεθα δημοπρατήσετε / θα δημοπρατείτεθα δημοπρατήσουν / θα δημοπρατήσουνε / θα δημοπρατούν / θα δημοπρατούνε
Παρακείμενοςέχω δημοπρατήσειέχεις δημοπρατήσειέχει δημοπρατήσειέχουμε δημοπρατήσειέχετε δημοπρατήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δημοπρατήσειείχες δημοπρατήσειείχε δημοπρατήσειείχαμε δημοπρατήσει——
Υποτακτικήνα έχω δημοπρατήσει / να δημοπρατήσω / να δημοπρατώνα έχεις δημοπρατήσει / να δημοπρατήσεις / να δημοπρατείςνα έχει δημοπρατήσει / να δημοπρατήσει / να δημοπρατείνα έχουμε δημοπρατήσει / να δημοπρατήσουμε / να δημοπρατούμενα έχετε δημοπρατήσει / να δημοπρατήσετε / να δημοπρατείτενα δημοπρατήσουν / να δημοπρατήσουνε / να δημοπρατούν / να δημοπρατούνε
Προστακτική—δημοπράτει / δημοπράτησε——δημοπρατήστε / δημοπρατείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →