Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοσιεύσιμος

/ði.mo.siˈef.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να δημοσιευτεί ή αξίζει να δημοσιευτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσιεύσιμος < δημοσιεύω δημοσιευσ- + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιεύσιμοςδημοσιεύσιμηδημοσιεύσιμο
Γενικήδημοσιεύσιμουδημοσιεύσιμηςδημοσιεύσιμου
Αιτιατικήδημοσιεύσιμοδημοσιεύσιμηδημοσιεύσιμο
Κλητικήδημοσιεύσιμεδημοσιεύσιμηδημοσιεύσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιεύσιμοιδημοσιεύσιμεςδημοσιεύσιμα
Γενικήδημοσιεύσιμωνδημοσιεύσιμωνδημοσιεύσιμων
Αιτιατικήδημοσιεύσιμουςδημοσιεύσιμεςδημοσιεύσιμα
Κλητικήδημοσιεύσιμοιδημοσιεύσιμεςδημοσιεύσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →